Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «βύσμα»

Αριθμός προβολών 3
Ορισμός του «βύσμα»
StatValue
Views3
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Το «βύσμα» είναι ένας εξαιρετικά διαδεδομένος όρος στην ελληνική αργκό που περιγράφει το άτομο το οποίο χρησιμοποιεί πολιτικές ή κοινωνικές γνωριμίες για να εξασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση. Αν και ξεκίνησε από τη στρατιωτική θητεία, πλέον χρησιμοποιείται παντού, από τον εργασιακό χώρο μέχρι τις δημόσιες υπηρεσίες και τα κοινωνικά δίκτυα. Η χρήση του ενέχει σχεδόν πάντα μια δόση ειρωνείας ή αγανάκτησης για την έλλειψη αξιοκρατίας στο ελληνικό σύστημα.

Παράδειγμα

> Εννοείται ότι πήρε τη θέση στο δημόσιο, αφού έχει το μεγαλύτερο βύσμα στην κυβέρνηση.

> Πάλι μετάθεση δίπλα στο σπίτι του πήρε αυτός, κλασικό βύσμα του στρατού.

> Μην περιμένεις στην ουρά, αν έχεις βύσμα μέσα μπαίνεις αμέσως χωρίς να σε ελέγξει κανείς.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.