Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «γκόμενα»

Αριθμός προβολών 5
Ορισμός του «γκόμενα»
StatValue
Views5
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη "γκόμενα" είναι ένας πολύ διαδεδομένος καθημερινός όρος που αναφέρεται στην ερωτική σύντροφο ή σε μια ελκυστική γυναίκα. Αν και παλαιότερα θεωρούνταν πιο υποτιμητική, σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως μεταξύ φίλων με έναν πιο οικείο ή μάγκικο τόνο. Συχνά υποδηλώνει μια σχέση που δεν είναι απαραίτητα επίσημη ή σοβαρή, αλλά μπορεί να αφορά και τη σταθερή κοπέλα κάποιου. Στην ιντερνετική επικοινωνία, η χρήση της μπορεί να εμπεριέχει και μια δόση κτητικότητας ή ανταγωνισμού μεταξύ ανδρών.

Παράδειγμα

> Ρε συ, ο κολλητός μου προσπαθεί να μου φάει τη γκόμενα και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω.

> Είδα τον Γιώργο χθες το βράδυ με μια καινούργια γκόμενα στο κέντρο και φαινόταν πολύ ερωτευμένος.

> Μην κοιτάς τη γκόμενα του άλλου αν δεν θέλεις να μπλέξεις σε καυγά χωρίς λόγο.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.