Αναζήτηση Τυχαία λέξη

Ορισμός του «γκόμενα»

Αριθμός προβολών 10
Ορισμός του «γκόμενα»
StatValue
Views10
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη "γκόμενα" είναι ένας πολύ διαδεδομένος καθημερινός όρος που αναφέρεται στην ερωτική σύντροφο ή σε μια ελκυστική γυναίκα. Αν και παλαιότερα θεωρούνταν πιο υποτιμητική, σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως μεταξύ φίλων με έναν πιο οικείο ή μάγκικο τόνο. Συχνά υποδηλώνει μια σχέση που δεν είναι απαραίτητα επίσημη ή σοβαρή, αλλά μπορεί να αφορά και τη σταθερή κοπέλα κάποιου. Στην ιντερνετική επικοινωνία, η χρήση της μπορεί να εμπεριέχει και μια δόση κτητικότητας ή ανταγωνισμού μεταξύ ανδρών.

Παράδειγμα

> Ρε συ, ο κολλητός μου προσπαθεί να μου φάει τη γκόμενα και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω.

> Είδα τον Γιώργο χθες το βράδυ με μια καινούργια γκόμενα στο κέντρο και φαινόταν πολύ ερωτευμένος.

> Μην κοιτάς τη γκόμενα του άλλου αν δεν θέλεις να μπλέξεις σε καυγά χωρίς λόγο.


0

Η πιο κοντινή αργκό σε άλλη γλώσσα

Διάλεξε γλώσσα και δες ποια αργκό πλησιάζει περισσότερο αυτή τη λέξη.

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.