Ορισμός του «με δουλεύεις;»
1
- Περιγραφή
-
Πρόκειται για μια ρητορική ερώτηση που εκφράζει δυσπιστία ή αγανάκτηση απέναντι σε κάτι που ακούγεται ψεύτικο ή παράλογο. Λειτουργεί ως αμφισβήτηση της ειλικρίνειας του συνομιλητή ή ως αντίδραση σε μια υπερβολική απαίτηση. Ανάλογα με τον τόνο της φωνής, μπορεί να είναι αστείο μεταξύ φίλων ή έντονα επιθετικό.
- Παράδειγμα
-
>Μου λες ότι ξέχασες πάλι τα κλειδιά σου μέσα στο σπίτι; Με δουλεύεις τώρα;
>Με δουλεύεις που θέλεις να πάμε με τα πόδια μέχρι εκεί με τέτοια ζέστη;
0
Σχόλια