Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ντιπ»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Επιρρηματική λέξη που σημαίνει «καθόλου» ή «εντελώς», ανάλογα με τα συμφραζόμενα, και χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση σε μια αρνητική κατάσταση. Αν και έχει ρίζες σε διαλέκτους, η χρήση της έχει εκτοξευθεί στο ελληνικό Twitter για να υπογραμμίσει την απόλυτη άγνοια ή αποτυχία κάποιου. Συχνά συνοδεύεται από τη λέξη «για ντιπ» για ακόμα μεγαλύτερη ένταση.

Παράδειγμα

> Είναι ντιπ ανίδεος από τεχνολογία, μην τον ρωτάς.

> Δεν κατάλαβε ντιπ τι του είπαμε τόση ώρα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.