Ορισμός του «ντιπ»
10
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 10 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Επιρρηματική λέξη που σημαίνει «καθόλου» ή «εντελώς», ανάλογα με τα συμφραζόμενα, και χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση σε μια αρνητική κατάσταση. Αν και έχει ρίζες σε διαλέκτους, η χρήση της έχει εκτοξευθεί στο ελληνικό Twitter για να υπογραμμίσει την απόλυτη άγνοια ή αποτυχία κάποιου. Συχνά συνοδεύεται από τη λέξη «για ντιπ» για ακόμα μεγαλύτερη ένταση.
- Παράδειγμα
-
> Είναι ντιπ ανίδεος από τεχνολογία, μην τον ρωτάς.
> Δεν κατάλαβε ντιπ τι του είπαμε τόση ώρα.
0
Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone
Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:
Σχόλια