Ορισμός του «ξεπατώνομαι»
1
- Περιγραφή
-
Η λέξη περιγράφει την κατάσταση της απόλυτης σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης μετά από έντονη προσπάθεια ή εργασία. Στην ψηφιακή κουλτούρα, χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει ότι κάποιος έπαιζε βιντεοπαιχνίδια ή δούλευε στον υπολογιστή για πάρα πολλές ώρες χωρίς διάλειμμα. Συνοδεύεται από έναν τόνο παραπόνου αλλά και ικανοποίησης για το αποτέλεσμα της κούρασης.
- Παράδειγμα
-
> Ξεπατώθηκα σήμερα στο γραφείο, δεν μπορώ ούτε τα μάτια μου να κρατήσω ανοιχτά.
> Πήγαμε για πεζοπορία το Σαββατοκύριακο και ξεπατωθήκαμε στο περπάτημα, αλλά άξιζε τον κόπο.
0
Σχόλια