Ορισμός του «το τερμάτισες»
1
- Περιγραφή
-
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια ενέργεια που ξεπερνά τα όρια, είτε προς το θετικό είτε προς το αρνητικό. Σημαίνει ότι κάποιος έφτασε στο απώτατο σημείο μιας συμπεριφοράς, κάνοντας κάτι υπερβολικό ή αξεπέραστο. Συχνά λέγεται ως επιδοκιμασία για κάτι πολύ αστείο ή ως επίκριση για μια απαράδεκτη πράξη.
- Παράδειγμα
-
>Πάλι έφαγες τρία οικογενειακά πίτσες μόνος σου; Εντάξει, το τερμάτισες!
>Με αυτό το σχόλιο που έκανες το τερμάτισες, δεν υπάρχει λόγος να συνεχίσουμε τη συζήτηση.
0
Σχόλια