Ορισμός του «ψαγμενιάρηδες»
0
- Περιγραφή
-
Ειρωνικός όρος που χρησιμοποιείται για άτομα που προσποιούνται ότι έχουν βαθιές γνώσεις σε εξειδικευμένα ή εναλλακτικά θέματα, όπως η τέχνη, η φιλοσοφία ή η underground μουσική. Συχνά υπονοεί ότι η ενασχόλησή τους είναι επιφανειακή και γίνεται μόνο για να εντυπωσιάσουν τον κοινωνικό τους περίγυρο. Απαντάται συχνά σε συζητήσεις για την κουλτούρα των 'φασαίων' και των εναλλακτικών στεκιών.
- Παράδειγμα
-
> Μαζεύτηκαν όλοι οι ψαγμενιάρηδες στο νέο μπαρ και το παίζουν κουλτουριάρηδες.
> Μου το πρότεινε ένας από αυτούς τους ψαγμενιάρηδες, αλλά τελικά ήταν μια αηδία.
0
Σχόλια