Αναζήτηση Τυχαία λέξη

Ορισμός του «following»

Αριθμός προβολών 0
Ορισμός του «following»
StatValue
Views0
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Το «following» είναι αγγλικός διαδικτυακός όρος που δηλώνει την παρακολούθηση ενός δημιουργού ή λογαριασμού σε πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται συχνά ως άκλιτο δάνειο δίπλα σε ρήματα όπως «κάνω» ή «έχω», ιδίως σε αυθόρμητα σχόλια νεότερων χρηστών. Η χρήση του παραπέμπει στην επιθυμία να συνδεθεί κάποιος με έναν δημιουργό και να βλέπει τις μελλοντικές δημοσιεύσεις του. Έχει φιλικό, ενθουσιώδες και κάπως τηλεγραφικό ύφος, επειδή προέρχεται από το λεξιλόγιο των κουμπιών και των λειτουργιών των εφαρμογών.

Παράδειγμα

— Θα μου κάνεις following αν σου στείλω ζωγραφιά του χαρακτήρα σου; — Μόνο αν έχει και καπέλο, αλλιώς θα ακολουθώ αποκλειστικά τον σκύλο σου.

Το following του μικρού λογαριασμού αυξήθηκε απότομα όταν το βίντεο με το ρομπότ που χόρευε πάνω σε μια παντόφλα έγινε απρόσμενα διάσημο.

Γεια σου gunzar έχω να σου πω ότι είσαι ο καλύτερος και θα ήθελα να με κάνεις φίλο και following είσαι πολύ καλός άνθρωπος και έχω να σου πω κάτι ξέχασες αυτό το πράγμα που σε παίρνει πρέπει να το δώσεις σιρόπι και να πας κοντά του το ξέχασες ❤😅

Source: YouTube


0

Η πιο κοντινή αργκό σε άλλη γλώσσα

Διάλεξε γλώσσα και δες ποια αργκό πλησιάζει περισσότερο αυτή τη λέξη.

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.