Ορισμός του «έφαγα ξενέρα»
0
- Περιγραφή
-
Εκφράζει το συναίσθημα της απότομης απογοήτευσης ή της απώλειας του ενδιαφέροντος λόγω ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Συμβαίνει όταν κάτι που ξεκίνησε με θετικές προοπτικές καταλήγει να είναι βαρετό ή ενοχλητικό, καταστρέφοντας τη διάθεση. Είναι βασικός όρος στη γλώσσα των νέων για να περιγράψουν την ακύρωση σχεδίων ή την αποκάλυψη μιας δυσάρεστης αλήθειας.
- Παράδειγμα
-
> Έφαγα μεγάλη ξενέρα όταν έμαθα ότι η συναυλία ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή.
> Πήγαμε στο κλαμπ αλλά φάγαμε ξενέρα γιατί η μουσική ήταν χάλια.
0
Σχόλια