Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «φάουλ»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Αν και προέρχεται από την αθλητική ορολογία, στη slang χρησιμοποιείται για να υποδείξει μια κοινωνικά απρεπή ή άδικη συμπεριφορά. Όταν κάποιος λέει 'έφαγες φάουλ' ή 'αυτό ήταν φάουλ', εννοεί ότι η πράξη του άλλου ξεπέρασε τα όρια του επιτρεπτού ή της ευγένειας. Χρησιμοποιείται συχνά σε διαφωνίες για να τονιστεί ότι κάποιος έκανε ένα σοβαρό λάθος τακτικής ή ηθικής.

Παράδειγμα

> Αυτό που είπες για την κοπέλα του ήταν μεγάλο φάουλ, δεν έπρεπε να ανακατευτείς.

> Έφαγες άκυρο γιατί έκανες φάουλ στη συμπεριφορά σου χθες το βράδυ.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.