Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «φουλάρω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από την αγγλική λέξη 'full' και σημαίνει γεμίζω κάτι μέχρι πάνω ή φτάνω στα όρια της χωρητικότητας. Ενώ αρχικά χρησιμοποιούνταν για το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου, πλέον χρησιμοποιείται για το φαγητό, τις μπαταρίες των συσκευών ή ακόμα και για το πρόγραμμα κάποιου. Δηλώνει μια κατάσταση πληρότητας που συχνά οδηγεί σε αδυναμία αποδοχής οτιδήποτε άλλου.

Παράδειγμα

> Φούλαρα στο μεσημεριανό, δεν χωράει ούτε γλυκό τώρα.

> Πρέπει να φουλάρω το κινητό πριν φύγω γιατί θα είμαι όλη μέρα έξω χωρίς φορτιστή.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.