Ορισμός του «φλοπάρω»
1
- Περιγραφή
-
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την απόλυτη αποτυχία μιας προσπάθειας, ενός καλλιτεχνικού έργου ή μιας κοινωνικής ανάρτησης. Η λέξη είναι ελληνοποιημένο ρήμα από το αγγλικό flop και υποδηλώνει ότι κάτι δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες ή δεν έλαβε την αναμενόμενη προσοχή. Συχνά αναφέρεται σε τραγούδια, ταινίες ή ακόμα και σε αστεία που δεν προκάλεσαν γέλιο σε μια παρέα.
- Παράδειγμα
-
> Πήγα να κάνω ένα αστείο στο τραπέζι αλλά φλόπαρα άσχημα και κανείς δεν γέλασε.
> Το νέο του άλμπουμ φλόπαρε τελείως, δεν μπήκε ούτε στα τοπ 50 των charts.
0
Σχόλια