Ορισμός του «φλοκάρω»
0
- Περιγραφή
-
Στην κουλτούρα του διαδικτύου και των social media, σημαίνει το να αποτυγχάνει κανείς παταγωδώς σε κάτι, ειδικά όταν πρόκειται για μια ανάρτηση που δεν παίρνει likes ή μια προσπάθεια που καταλήγει σε αμηχανία. Προέρχεται από την αγγλική λέξη 'flop'. Χρησιμοποιείται συχνά από τη Gen Z για να αυτοσαρκαστεί ή να σχολιάσει την αποτυχία κάποιου celebrity.
- Παράδειγμα
-
> Ανέβασα το βίντεο και φλόκαρε άσχημα, ούτε η μάνα μου δεν πάτησε like.
> Η νέα της ταινία φλόκαρε στις αίθουσες, δεν πήγε κανένας να τη δει.
0
Σχόλια