Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «λούζερ»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα άτομο που θεωρείται αποτυχημένο ή στερείται κοινωνικής καταξίωσης και αυτοπεποίθησης. Προέρχεται απευθείας από την αγγλική λέξη loser και φέρει έντονα υποτιμητική χροιά στις καθημερινές συζητήσεις. Συχνά χρησιμοποιείται μεταξύ φίλων ως πείραγμα, αλλά και σε διαδικτυακές διαμάχες για να μειώσει την αξία του συνομιλητή.

Παράδειγμα

> Σταμάτα να κάθεσαι όλη μέρα στον καναπέ και να παίζεις βιντεοπαιχνίδια σαν λούζερ.

> Τον παράτησε η κοπέλα του γιατί κατάλαβε ότι είναι μεγάλος λούζερ και δεν έχει κανένα πλάνο για τη ζωή του.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.