Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ριζάρω»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Προέρχεται από την αγγλική λέξη 'rizz' και αναφέρεται στην ικανότητα κάποιου να γοητεύει ή να φλερτάρει με επιτυχία. Χρησιμοποιείται ευρέως από τη Γενιά Ζ για να περιγράψει την επίδειξη χαρίσματος σε κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Το ρήμα υποδηλώνει μια ενεργητική προσπάθεια κατάκτησης του ενδιαφέροντος κάποιου άλλου ατόμου.

Παράδειγμα

Είδες πώς την κοίταξε; Προσπαθεί να τη ριζάρει από το πρωί.

Αν δεν ξέρεις να ριζάρεις σωστά, δεν πρόκειται να βγεις ραντεβού σύντομα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.