Ορισμός του «ρίζα»
2
- Περιγραφή
-
Πρόκειται για την ελληνική απόδοση του αγγλικού όρου «rizz», που αποτελεί συντομογραφία της λέξης χαρίσμα (charisma). Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ικανότητα κάποιου να φλερτάρει αποτελεσματικά ή να γοητεύει τους άλλους με την προσωπικότητά του. Αν και ξεκίνησε ως αυτούσιο δάνειο, η χρήση της λέξης «ρίζα» στα ελληνικά έχει συχνά μια ειρωνική ή χιουμοριστική διάθεση στις διαδικτυακές κοινότητες.
- Παράδειγμα
-
> Κοίτα πώς της μιλάει, ο τύπος έχει απίστευτη ρίζα.
> Πήγε να κάνει ρίζα και κατέληξε να ρεζιλευτεί τελείως.
> Είναι ο ρίζλερ της παρέας, δεν αφήνει καμία να πέσει κάτω.
0
Σχόλια