Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ριαλ»

Αριθμός προβολών 3
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για την ελληνική φωνητική απόδοση της αγγλικής λέξης 'real'. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει συμφωνία με μια άποψη ή για να επιβεβαιώσει ότι μια κατάσταση είναι απόλυτα αληθινή και αυθεντική. Συχνά εμφανίζεται ως μονολεκτική απάντηση σε σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υποδηλώνοντας ότι ο χρήστης ταυτίζεται πλήρως με το περιεχόμενο.

Παράδειγμα

> -Πάλι δεν έχω λεφτά στο τέλος του μήνα. -Ριαλ.

> Αυτό που είπες για την εξεταστική είναι τόσο ριαλ που πόνεσε.

> Ριαλ τοκ, πρέπει να σταματήσεις να τον βλέπεις.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.