Ορισμός του «χαλάλι»
1
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 1 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Το «χαλάλι» είναι μια λέξη αραβικής προέλευσης που έχει ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική καθομιλουμένη και σημαίνει ότι κάτι αξίζει τον κόπο, τη θυσία ή τα χρήματα που δαπανήθηκαν. Χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πλήρη αποδοχή μιας απώλειας ή μιας προσπάθειας επειδή το αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό ή ευχάριστο. Συχνά εκφράζει μια γενναιόδωρη διάθεση, όπου ο ομιλητής δεν μετανιώνει για κάτι που έδωσε ή έκανε.
- Παράδειγμα
-
> Πλήρωσα πολλά για το εισιτήριο, αλλά χαλάλι, η συναυλία ήταν φανταστική.
> Χαλάλι του ο κόπος που έκανε, αφού στο τέλος πήρε τη δουλειά που ήθελε.
> Αν είναι να περάσεις καλά, χαλάλι και τα λεφτά και ο χρόνος που ξοδέψαμε.
0
Σχόλια