Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «μεράκι»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Ορισμός του «μεράκι»
StatValue
Views0
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Αν και είναι παλιά λέξη, στην καθημερινή αργκό χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πάθος, την αγάπη και την προσωπική φροντίδα που βάζει κάποιος σε μια δραστηριότητα. Περιγράφει την κατάσταση όπου κάποιος κάνει κάτι όχι από υποχρέωση, αλλά επειδή το απολαμβάνει και θέλει το αποτέλεσμα να είναι τέλειο. Συχνά συνδέεται με τη δημιουργικότητα, το φαγητό, τη μουσική ή ακόμα και τον τρόπο ζωής ενός ανθρώπου που αναζητά την ποιότητα.

Παράδειγμα

>Αυτό το φαγητό είναι φτιαγμένο με πολύ μεράκι και φαίνεται από την πρώτη μπουκιά.

>Έχει μεράκι με τα παλιά αυτοκίνητα και κάθεται με τις ώρες και τα μαστορεύει.

>Αν δεν έχεις μεράκι για τη δουλειά σου, δεν πρόκειται ποτέ να γίνεις πραγματικά καλός.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.