Ορισμός του «μερακλίκι»
1
- Περιγραφή
-
Αναφέρεται σε μια δραστηριότητα ή αντικείμενο που γίνεται με ιδιαίτερη φροντίδα, πάθος και προσοχή στη λεπτομέρεια για την προσωπική ευχαρίστηση. Συχνά συνδέεται με το καλό φαγητό, τη μουσική ή μια χειροτεχνία που απαιτεί χρόνο και μεράκι. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ποιότητα μιας εμπειρίας που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα και προσφέρει βαθιά ικανοποίηση.
- Παράδειγμα
-
>Αυτό το ουζερί στην άκρη του λιμανιού είναι σκέτο μερακλίκι, έχει τους καλύτερους μεζέδες που έχω φάει.
>Έφτιαξε τον καφέ του με τόσο μερακλίκι που η μυρωδιά γέμισε όλο το τετράγωνο.
>Το να φτιάχνεις μόνος σου τα έπιπλα του σπιτιού είναι μεγάλο μερακλίκι αλλά το αποτέλεσμα σε δικαιώνει.
0
Σχόλια