Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «τσακάλι»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για έναν χαρακτηρισμό που αποδίδεται σε κάποιον που είναι εξαιρετικά έξυπνος, ικανός, γρήγορος στις αποφάσεις του ή που ξέρει να ελίσσεται σε δύσκολες καταστάσεις. Χρησιμοποιείται ως έπαινος για την πονηριά και την αποτελεσματικότητα κάποιου, ειδικά σε επαγγελματικά ή οικονομικά ζητήματα. Στο διαδίκτυο συναντάται συχνά σε κοινότητες που ασχολούνται με το εμπόριο ή τις ευκαιρίες κέρδους.

Παράδειγμα

> Ο μικρός είναι τσακάλι, κατάφερε να κλείσει τη συμφωνία σε πέντε λεπτά.

> Μπράβο ρε τσακάλι, πώς το βρήκες αυτό το κολπάκι;


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.