Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ταράκουλο»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση έντονου σοκ, ξαφνικού φόβου ή μεγάλης έκπληξης που προκαλεί αναστάτωση. Αν και είναι παλαιότερη λέξη, έχει επανέλθει δυναμικά στα social media για να δηλώσει την υπερβολική αντίδραση σε μια είδηση ή ένα βίντεο. Συχνά συνοδεύεται από χιουμοριστική διάθεση όταν κάποιος περιγράφει πώς τρόμαξε από κάτι ασήμαντο.

Παράδειγμα

>Πήγα να ανοίξω την πόρτα και πετάχτηκε η γάτα από πάνω μου, έπαθα ένα ταράκουλο άλλο πράγμα!

>Μην μου το λες έτσι απότομα ότι χωρίσατε, μου ήρθε ταράκουλο πρωί πρωί.

>Είδα τις τιμές των εισιτηρίων για το πλοίο και με έπιασε ταράκουλο, δεν πάμε πουθενά φέτος.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.