Ορισμός του «τρέλαλο»
1
- Περιγραφή
-
Πρόκειται για σύνθετη λέξη από το 'τρέλα' και το 'άλλο', που περιγράφει κάτι το εξαιρετικό, το απίστευτο ή το τελείως παλαβό. Συνήθως έχει θετική χροιά και χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στο πόσο εντυπωσιακό είναι ένα γεγονός ή ένα αντικείμενο. Είναι χαρακτηριστική λέξη της αργκό που επιδιώκει να δείξει ενθουσιασμό.
- Παράδειγμα
-
>Είδαμε ένα τρέλαλο αυτοκίνητο στον δρόμο και μείναμε με το στόμα ανοιχτό.
>Αυτό που έγινε στο τέλος της ταινίας ήταν τρέλαλο, δεν το περίμενε κανείς.
0
Σχόλια