Ορισμός του «λοκομάτο»
0
- Περιγραφή
-
Αυτή η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που είναι εντελώς τρελός, παλαβός ή συμπεριφέρεται με αλλοπρόσαλλο τρόπο. Είναι μια παραφθορά που συνδυάζει την ισπανική λέξη loco με ελληνική κατάληξη, δημιουργώντας έναν παιχνιδιάρικο και λιγότερο επιθετικό τόνο από το παραδοσιακό τρελός. Ακούγεται συχνά σε παρέες όταν κάποιος κάνει μια ακραία πλάκα ή παίρνει μια ριψοκίνδυνη απόφαση χωρίς σκέψη.
- Παράδειγμα
-
>Ο τύπος είναι τελείως λοκομάτο, πήγε και έκανε ελεύθερη πτώση χωρίς να το πει σε κανέναν.
>Μην τον ακούς, είναι λοκομάτο και λέει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι.
>Έγινε λοκομάτο στο κλαμπ χθες βράδυ, χόρευε πάνω στα τραπέζια μέχρι το πρωί.
0
Σχόλια