Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «λολάνθρωπος»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Ένας περιπαικτικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που συμπεριφέρεται με αστείο, παράξενο ή γελοίο τρόπο, προκαλώντας το γέλιο (LOL). Δεν αποτελεί απαραίτητα βαριά προσβολή, αλλά περισσότερο μια ειρωνική επισήμανση μιας άκυρης ή ανόητης συμπεριφοράς. Είναι όρος που συναντάται συχνά σε σχόλια κάτω από βίντεο με γκάφες ή περίεργες δηλώσεις.

Παράδειγμα

> Κοίτα τι φοράει πάλι αυτός ο λολάνθρωπος, δεν υπάρχει.

> Μην δίνεις σημασία, είναι γνωστός λολάνθρωπος του διαδικτύου.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.