Ορισμός του «κριντζόλανο»
2
- Περιγραφή
-
Μια σύνθετη λέξη που προκύπτει από το αγγλικό cringe και την ελληνική κατάληξη που παραπέμπει σε κάτι μεγάλο ή έντονο. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα άτομο που προκαλεί έντονη αμηχανία στους γύρω του με τη συμπεριφορά, τα λεγόμενα ή τις αναρτήσεις του στο διαδίκτυο. Ο όρος έχει αρνητική χροιά αλλά συχνά χρησιμοποιείται και μεταξύ φίλων ως πείραγμα για μια άβολη στιγμή.
- Παράδειγμα
-
>Μην τον καλέσεις στο πάρτι, είναι μεγάλο κριντζόλανο και θα μας εκθέσει.
>Είδα το βίντεο που ανέβασε και ένιωσα κριντζόλανο μέχρι το κόκαλο.
0
Σχόλια