Ορισμός του «μπετόβλακας»
0
- Περιγραφή
-
Σύνθετη λέξη από το μπετόν και το βλάκας, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που είναι εξαιρετικά ανόητος ή πεισματάρης σε σημείο που δεν καταλαβαίνει το προφανές. Ο όρος υποδηλώνει μια πνευματική «σκληρότητα» όπου καμία λογική εξήγηση δεν μπορεί να διαπεράσει τη σκέψη του ατόμου. Χρησιμοποιείται κυρίως σε φιλικές παρέες ως πείραγμα ή σε έντονες συζητήσεις στο διαδίκτυο ως προσβολή.
- Παράδειγμα
-
> Μην προσπαθείς να του εξηγήσεις, ο άνθρωπος είναι μπετόβλακας.
> Πάλι ξέχασε τα κλειδιά του μέσα στο αμάξι, τι μπετόβλακας που είναι!
0
Σχόλια