Ορισμός του «μπουρλότο»
0
- Περιγραφή
-
Χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει μια κατάσταση που εκρηγνύεται από θυμό ή ένταση. Μπορεί να αναφέρεται σε έναν άνθρωπο που έγινε έξαλλος ή σε μια ατμόσφαιρα που έγινε ξαφνικά πολύ εχθρική. Συχνά υποδηλώνει ότι μια μικρή αφορμή προκάλεσε μια τεράστια και ανεξέλεγκτη αντίδραση.
- Παράδειγμα
-
>Έγινε μπουρλότο μόλις έμαθε ότι του γρατζούνισαν το αυτοκίνητο.
>Η συνάντηση έγινε μπουρλότο όταν άρχισαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον για τα λάθη.
>Μην του πεις τίποτα για το σκορ, είναι ήδη μπουρλότο από την ήττα.
0
Σχόλια