Ορισμός του «μπινελίκια»
1
- Περιγραφή
-
Πρόκειται για πληθυντικό ουσιαστικό που αναφέρεται σε βρισιές, ύβρεις ή αισχρολογίες που εκτοξεύονται κατά τη διάρκεια ενός καυγά ή μιας έντονης διαφωνίας. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά στην καθημερινή ομιλία για να περιγράψει μια κατάσταση όπου κάποιος έχασε την ψυχραιμία του και άρχισε να βρίζει. Συχνά συνοδεύεται από ρήματα όπως «ρίχνω» ή «ακούω».
- Παράδειγμα
-
> Έγινε χαμός στο δρόμο, άρχισαν να ρίχνουν κάτι μπινελίκια που δεν περιγράφονται.
> Του έσυρε ένα σωρό μπινελίκια επειδή του πήρε τη σειρά στο ταμείο.
0
Σχόλια