Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «κριντζιάρηδικο»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Επίθετο που προέρχεται από το αγγλικό «cringe» και περιγράφει κάτι που προκαλεί έντονη αμηχανία ή κοινωνική δυσφορία στον θεατή. Χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει καταστάσεις, βίντεο ή συμπεριφορές που είναι υπερβολικά άβολες ή παρωχημένες. Η ελληνική κατάληξη προσδίδει μια πιο τοπική χροιά στον όρο, κάνοντάς τον να ακούγεται πιο καθημερινός και λιγότερο ξενόφερτος.

Παράδειγμα

> Είδα ένα κριντζιάρηδικο βίντεο στο TikTok και δεν ήξερα πού να κρυφτώ.

> Σταμάτα να λες τέτοια αστεία, είναι πολύ κριντζιάρηδικο το σκηνικό.

> Η διαφήμιση προσπαθούσε να φανεί μοντέρνα αλλά βγήκε τελείως κριντζιάρηδικη.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.