Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «κριντζάρω»

Αριθμός προβολών 4
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Το ρήμα «κριντζάρω» προέρχεται από την αγγλική λέξη «cringe» και περιγράφει την αίσθηση της ντροπής, της αμηχανίας ή της δυσφορίας που νιώθει κάποιος παρακολουθώντας ή ακούγοντας κάτι που είναι εξαιρετικά άβολο, αμήχανο ή κακόγουστο. Συχνά χρησιμοποιείται για να εκφράσει την αντίδραση σε κάτι που είναι τόσο κακό που προκαλεί σωματική αντίδραση, όπως το να συσπάται κανείς. Είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στα social media και σε πλατφόρμες βίντεο, όπου οι χρήστες σχολιάζουν περιεχόμενο που τους προκαλεί αυτή την αίσθηση. Η χρήση του είναι κυρίως μεταξύ νεότερων ηλικιών και έχει μια χιουμοριστική, αυτοσαρκαστική χροιά.

Παράδειγμα

Κριντζάρω κάθε φορά που βλέπω τα παλιά μου βίντεο στο TikTok.

Το καινούργιο τραγούδι είναι τόσο κακό που με κάνει να κριντζάρω.

Η συζήτηση που είχαν ήταν τόσο άβολη, κριντζάρισα άσχημα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.