Ορισμός του «κριντζέλα»
1
- Περιγραφή
-
Πρόκειται για την ουσιαστικοποιημένη μορφή της αίσθησης του 'cringe', που περιγράφει την έντονη αμηχανία ή την αποστροφή που νιώθει κάποιος βλέποντας κάτι εξαιρετικά άβολο. Χρησιμοποιείται κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να σχολιάσει περιεχόμενο που προσπαθεί υπερβολικά να φανεί κουλ αλλά αποτυγχάνει παταγωδώς. Η λέξη έχει μια ειρωνική και συχνά χιουμοριστική χροιά, υποδηλώνοντας ότι η κατάσταση έχει ξεπεράσει τα όρια του απλού κριντζ.
- Παράδειγμα
-
Είδα το βίντεο που ανέβασε ο καθηγητής μου στο TikTok και με έπιασε μια κριντζέλα άλλο πράγμα.
Η προσπάθειά του να μιλήσει σαν έφηβος ήταν σκέτη κριντζέλα.
0
Σχόλια