Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «πικράθηκα»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει μια κατάσταση έντονης απογοήτευσης, σοκ ή αμήχανης παύσης μετά από μια δυσάρεστη είδηση ή ένα 'άκυρο'. Δεν αναφέρεται στην κυριολεκτική γεύση, αλλά στο συναίσθημα που νιώθει κανείς όταν κάτι δεν πάει βάσει σχεδίου. Είναι ιδιαίτερα δημοφιλής έκφραση στο TikTok και στο Twitter (X) για να σχολιάσει κανείς αποτυχημένα φλερτ ή κοινωνικές γκάφες.

Παράδειγμα

> Μου είπε ότι με βλέπει μόνο σαν φίλο και πικράθηκα η αλήθεια είναι.

> Πήγα να πληρώσω και είδα το υπόλοιπο της κάρτας μου... πικράθηκα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.