Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «ξελιγώνομαι»

Αριθμός προβολών 3
Ορισμός του «ξελιγώνομαι»
StatValue
Views3
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη περιγράφει την κατάσταση όπου κάποιος γελάει ασταμάτητα και με μεγάλη ένταση, σε σημείο που νιώθει σωματική εξάντληση ή αδυναμία. Στο διαδίκτυο χρησιμοποιείται συχνά για να σχολιάσει αστεία βίντεο, memes ή αμήχανες καταστάσεις που προκαλούν υστερικό γέλιο. Πέρα από το γέλιο, μπορεί να υποδηλώνει και μια έντονη επιθυμία ή λιγούρα για κάτι, συνήθως φαγητό ή ερωτικό ενδιαφέρον, αλλά η χρήση της για το γέλιο είναι η πιο διαδεδομένη στα social media.

Παράδειγμα

>Είδα το βίντεο που μου έστειλες και ξελιγώθηκα στα γέλια, δεν μπορούσα να πάρω ανάσα.

>Ξελιγώθηκε η άλλη με τον τύπο που είδε στο μπαρ, δεν ξεκόλλαγε τα μάτια της από πάνω του.

>Περιμέναμε τόση ώρα στην ουρά που ξελιγωθήκαμε από την πείνα μέχρι να παραγγείλουμε.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.