Ορισμός του «ξεπαρταλιάζομαι»
0
- Περιγραφή
-
Αυτός ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που διασκεδάζει χωρίς όρια, φτάνοντας συχνά σε σημείο εξάντλησης ή γελοιοποίησης. Δηλώνει μια κατάσταση απόλυτης απελευθέρωσης από κοινωνικούς κανόνες κατά τη διάρκεια ενός πάρτι ή μιας εξόδου. Είναι λέξη με έντονο συναισθηματικό φορτίο που υποδηλώνει ότι κάποιος 'έγινε ράκος' από το πολύ γλέντι.
- Παράδειγμα
-
>Πήγαμε στο κλαμπ και ξεπαρταλιαστήκαμε στον χορό μέχρι τις έξι το πρωί.
>Μην τον βλέπεις έτσι σοβαρό, άμα βγει έξω ξεπαρταλιάζεται τελείως και δεν τον μαζεύουμε.
0
Σχόλια