Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «ξεπατώνω»

Αριθμός προβολών 9
Ορισμός του «ξεπατώνω»
StatValue
Views9
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Ρήμα που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση της πλήρους εξάντλησης μετά από έντονη σωματική ή πνευματική προσπάθεια. Στην ψηφιακή κουλτούρα και το gaming, μπορεί να σημαίνει ότι κάποιος έπαιξε για πάρα πολλές ώρες συνεχόμενα μέχρι τελικής πτώσης. Επίσης, χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει την υπερβολική κατανάλωση κάποιου προϊόντος ή την εξαντλητική εργασία.

Παράδειγμα

> Με ξεπάτωσαν σήμερα στο γραφείο, δεν μπορώ να κουνήσω ούτε το δάχτυλό μου.

> Ξεπατώθηκα στο διάβασμα όλο το Σαββατοκύριακο για να περάσω το μάθημα.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.