Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «λιώνω»

Αριθμός προβολών 1
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Στην αργκό του διαδικτύου και του gaming, η λέξη χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ολοκληρωτική αφοσίωση σε μια δραστηριότητα για πολλές ώρες χωρίς διάλειμμα. Συχνά αναφέρεται στο πολύωρο παίξιμο βιντεοπαιχνιδιών ή στην ασταμάτητη παρακολούθηση σειρών (binge-watching). Υποδηλώνει μια κατάσταση πνευματικής και σωματικής εξάντλησης που προέρχεται από την ευχαρίστηση της υπερβολικής ενασχόλησης.

Παράδειγμα

Έχω λιώσει στο Elden Ring όλο το Σαββατοκύριακο, δεν έχω βγει καθόλου από το σπίτι.

Λιώσαμε χθες το βράδυ να βλέπουμε τη νέα σεζόν στο Netflix.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.