Ορισμός του «λιμάζω»
1
- Περιγραφή
-
Η λέξη περιγράφει την κατάσταση της υπερβολικής πείνας ή της έντονης επιθυμίας για κάτι που λείπει. Χρησιμοποιείται κυρίως σε ανεπίσημες συζητήσεις μεταξύ φίλων για να τονίσει ότι κάποιος έχει μείνει νηστικός για πολλές ώρες. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά για να δηλώσει τη στέρηση ή την έντονη ανάγκη για οικονομικούς πόρους ή προσοχή.
- Παράδειγμα
-
>Πάμε να φάμε κάτι τώρα γιατί έχω λιμάξει όλη μέρα στη δουλειά και δεν αντέχω άλλο.
>Μην τον βλέπεις έτσι, λιμάζει για λίγη προσοχή από τότε που τον παράτησε η κοπέλα του.
0
Σχόλια