Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «μπαμπακιάζω»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Η λέξη περιγράφει την κατάσταση της έντονης ξηροστομίας που προκαλείται συνήθως μετά από κατανάλωση αλκοόλ ή άλλων ουσιών. Αποτελεί πολύ κοινή έκφραση σε φοιτητικούς κύκλους και νυχτερινές εξόδους για να δηλώσει την ανάγκη για νερό. Το ρήμα υποδηλώνει ότι η γλώσσα και ο ουρανίσκος έχουν αποκτήσει μια υφή που θυμίζει στεγνό βαμβάκι.

Παράδειγμα

>Φέρε μου λίγο νερό γιατί έχω μπαμπακιάσει τελείως μετά από τόσα ποτά.

>Μπαμπάκιασε το στόμα μου από το πολύ κάπνισμα και δεν μπορώ ούτε να μιλήσω.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.