Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «νταλάκα»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Πρόκειται για αργκό όρο που περιγράφει το έντονο αίσθημα δίψας ή την επιθυμία για κάτι συγκεκριμένο, συχνά μετά από ξενύχτι. Χρησιμοποιείται ευρέως σε ανεπίσημες συζητήσεις για να τονίσει μια σωματική ανάγκη που έχει φτάσει στο απροχώρητο. Η λέξη έχει λαϊκή προέλευση αλλά παραμένει ζωντανή στα social media όταν κάποιος περιγράφει την κατάστασή του το επόμενο πρωί.

Παράδειγμα

>Με έπιασε μια νταλάκα στο δρόμο και σταμάτησα στο πρώτο περίπτερο για τρία μπουκάλια νερό.

>Τι νταλάκα είναι αυτή σήμερα, νιώθω ότι έχω να πιω νερό μια εβδομάδα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.