Αναζήτηση Τυχαία λέξη

Ορισμός του «κάψα»

Αριθμός προβολών 5
Ορισμός του «κάψα»
StatValue
Views5
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη "κάψα" αναφέρεται σε μια έντονη επιθυμία, λαχτάρα ή έναν ανεκπλήρωτο πόθο που νιώθει κάποιος για κάτι ή κάποιον. Στην καθημερινή αργκό, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την εσωτερική αναστάτωση ή τον «καημό» που προκαλείται από μια δύσκολη κατάσταση ή έναν έρωτα. Συχνά συνοδεύεται από μια δόση ειρωνείας ή χιούμορ όταν κάποιος προσπαθεί να παρηγορήσει έναν φίλο του. Η λέξη υποδηλώνει ένα αίσθημα που «καίει» τον ενδιαφερόμενο εσωτερικά μέχρι να ικανοποιηθεί η ανάγκη του.

Παράδειγμα

> Πες μου τι θέλεις να σου φτιάξω να φας, μπας και σου φύγει η κάψα!

> Έχει μεγάλη κάψα να αγοράσει το καινούργιο iPhone, όλη μέρα γι' αυτό μιλάει.

> Μετά τον χωρισμό τους, του έμεινε μια κάψα που δεν μπορεί να την ξεπεράσει με τίποτα.


0

Η πιο κοντινή αργκό σε άλλη γλώσσα

Διάλεξε γλώσσα και δες ποια αργκό πλησιάζει περισσότερο αυτή τη λέξη.

Γίνε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.