Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «κάψα»

Αριθμός προβολών 0
Ορισμός του «κάψα»
StatValue
Views0
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη "κάψα" αναφέρεται σε μια έντονη επιθυμία, λαχτάρα ή έναν ανεκπλήρωτο πόθο που νιώθει κάποιος για κάτι ή κάποιον. Στην καθημερινή αργκό, χρησιμοποιείται για να περιγράψει την εσωτερική αναστάτωση ή τον «καημό» που προκαλείται από μια δύσκολη κατάσταση ή έναν έρωτα. Συχνά συνοδεύεται από μια δόση ειρωνείας ή χιούμορ όταν κάποιος προσπαθεί να παρηγορήσει έναν φίλο του. Η λέξη υποδηλώνει ένα αίσθημα που «καίει» τον ενδιαφερόμενο εσωτερικά μέχρι να ικανοποιηθεί η ανάγκη του.

Παράδειγμα

> Πες μου τι θέλεις να σου φτιάξω να φας, μπας και σου φύγει η κάψα!

> Έχει μεγάλη κάψα να αγοράσει το καινούργιο iPhone, όλη μέρα γι' αυτό μιλάει.

> Μετά τον χωρισμό τους, του έμεινε μια κάψα που δεν μπορεί να την ξεπεράσει με τίποτα.


0

Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone

Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.