Στη λίστα λέξεων Τυχαία λέξη

Ορισμός του «καυλες»

Αριθμός προβολών 1
Ορισμός του «καυλες»
StatValue
Views1
Definitions1
First seen2026
Περιγραφή

Η λέξη «καυλες» (πληθυντικός της λέξης κάυλα) χρησιμοποιείται στην αργκό για να περιγράψει μια κατάσταση έντονης επιθυμίας, ενθουσιασμού ή παρορμητικής διάθεσης για κάτι. Αν και η ρίζα της είναι σεξουαλική, στον καθημερινό προφορικό λόγο και στα social media χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δηλώσει ότι κάποιος έχει «ορέξεις» για δράση, διασκέδαση ή δημιουργία, συχνά σε ακατάλληλες ώρες. Εκφράζει μια ενέργεια που ξεχειλίζει και μια διάθεση για υπερβολή ή έντονες εμπειρίες. Είναι λέξη με έντονο συναισθηματικό φορτίο και θεωρείται αρκετά λαϊκή ή και χυδαία ανάλογα με το πλαίσιο.

Παράδειγμα

> Τι φάση, έχουμε τρελές βραδινές καυλες και δεν μπορούμε να κοιμηθούμε;

> Του ήρθαν οι καυλες τώρα να πάμε για ποτό ενώ είναι καθημερινή.

> Με τις καυλες που έχεις, σε βλέπω να ξενυχτάς πάλι πάνω από το PC.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.