Ορισμός του «σκάω»
0
- Περιγραφή
-
Στην αργκό σημαίνει την ξαφνική εμφάνιση κάποιου σε έναν χώρο ή μια εκδήλωση χωρίς προειδοποίηση. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει ότι κάποιος κουράστηκε υπερβολικά ή «έσκασε» από το φαγητό ή τη ζέστη. Στην τραπ μουσική σκηνή, χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει την άφιξη με εντυπωσιακό τρόπο.
- Παράδειγμα
-
> Έσκασε μύτη στο κλαμπ με μια Ferrari και έμειναν όλοι άφωνοι.
> Θα σκάσω αν φάω έστω και μια μπουκιά ακόμα.
0
Σχόλια