Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «ξεφεύγω»

Αριθμός προβολών 2
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Στην αργκό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των νέων, σημαίνει ότι κάποιος χάνει τον έλεγχο ή συμπεριφέρεται με υπερβολικό τρόπο. Μπορεί να αναφέρεται σε κάποιον που λέει ακραία πράγματα ή που η συμπεριφορά του ξεπερνά τα όρια του αποδεκτού. Συχνά χρησιμοποιείται σε σχόλια κάτω από βίντεο ή αναρτήσεις που προκαλούν αντιδράσεις.

Παράδειγμα

>Ο τύπος έχει ξεφύγει τελείως με αυτά που ανεβάζει στο TikTok.

>Πρόσεχε τι λες γιατί άρχισες να ξεφεύγεις και θα παρεξηγηθούμε.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.