Ορισμός του «λούλου»
1
- Περιγραφή
-
Ένας όρος που χρησιμοποιείται κυρίως μεταξύ φίλων για να περιγράψει κάποιον που είναι υπερβολικά ευαίσθητος, μαλθακός ή που αποφεύγει τις δυσκολίες. Συχνά έχει μια ελαφρώς υποτιμητική αλλά και πειρακτική χροιά, ανάλογα με το πλαίσιο της συζήτησης. Στην αργκό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μπορεί να αναφέρεται και σε κάποιον που προσέχει υπερβολικά την εμφάνισή του με έναν κάπως θηλυπρεπή ή εξεζητημένο τρόπο.
- Παράδειγμα
-
> Σιγά μην έρθει μαζί μας για πεζοπορία αυτός ο λούλου, φοβάται μην λερώσει τα παπούτσια του.
> Έλα ρε λούλου, μη γκρινιάζεις για λίγο κρύο, δεν θα πάθεις τίποτα.
0
Σχόλια