Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «χάσιμο»

Αριθμός προβολών 3
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Λέξη που περιγράφει μια κατάσταση απόλυτης σύγχυσης, έλλειψης συγκέντρωσης ή την επήρεια ουσιών που προκαλούν λήθαργο. Στην αργκό της νύχτας και των πάρτι, το «χάσιμο» αναφέρεται στη στιγμή που κάποιος χάνει την επαφή με το περιβάλλον λόγω διασκέδασης ή κούρασης. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ειρωνικά για κάποιον που λέει ασυνάρτητα πράγματα ή φαίνεται να βρίσκεται «αλλού».

Παράδειγμα

> Μεγάλο χάσιμο το χθεσινό πάρτι, δεν θυμάμαι καν πώς γύρισα σπίτι.

> Άσε τον αυτόν, είναι τελείως χάσιμο, δεν ξέρει τι του γίνεται.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.