Ορισμός του «χανγκόβερ»
| Stat | Value |
|---|---|
| Views | 0 |
| Definitions | 1 |
| First seen | 2026 |
- Περιγραφή
-
Ο όρος "χανγκόβερ" είναι η φωνητική απόδοση του αγγλικού 'hangover' και περιγράφει τη δυσφορία που νιώθει κάποιος την επόμενη μέρα μετά από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Στην ελληνική αργκό χρησιμοποιείται μεταφορικά για να περιγράψει κάποιον που είναι σε κατάσταση λήθαργου, πνευματικής θολούρας ή πλήρους αδράνειας. Συχνά χρησιμοποιείται ως βρισιά ή επίπληξη για κάποιον που δεν αντιδρά γρήγορα ή φαίνεται «χαμένος» στις σκέψεις του. Υποδηλώνει μια κατάσταση σωματικής και πνευματικής εξάντλησης που εμποδίζει την κανονική λειτουργία του ατόμου.
- Παράδειγμα
-
> Ρε Σπυρόπουλε ξύπνα λίγο ρε φίλε, μην είσαι σαν χανγκόβερ και μεταδίδεις έτσι το ματς.
> Έχω ένα τρομερό χανγκόβερ από χθες και δεν μπορώ να σηκωθώ από το κρεβάτι.
> Μην του μιλάς τώρα, είναι σε φάση χανγκόβερ και δεν καταλαβαίνει τι του λες.
Γίνετε μέλος της κοινότητας SlangZone
Μάθε πρώτος τις νέες λέξεις αργκό. Ακολούθησέ μας στο αγαπημένο σου κανάλι:
Σχόλια