Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «σκάλωμα»

Αριθμός προβολών 0
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Περιγράφει την κατάσταση όπου κάποιος κολλάει πνευματικά σε μια σκέψη, μια εικόνα ή μια δραστηριότητα και δεν μπορεί να προχωρήσει. Χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει ξαφνική αμηχανία ή την αδυναμία κάποιου να καταλάβει κάτι απλό εκείνη τη στιγμή. Στο διαδίκτυο αναφέρεται επίσης στην εμμονή με ένα συγκεκριμένο βίντεο ή τραγούδι.

Παράδειγμα

> Έφαγα τρελό σκάλωμα με αυτό το παιχνίδι, παίζω πέντε ώρες σερί.

> Έπαθε σκάλωμα ο υπολογιστής και δεν κλείνει με τίποτα.


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Λέξεις με παρόμοιες ετικέτες

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.