Ορισμός του «έκλαψα»
1
- Περιγραφή
-
Παρόμοια με το 'ξεψυχώ', η λέξη αυτή χρησιμοποιείται για να δείξει ότι κάτι ήταν τόσο αστείο που προκάλεσε δάκρυα στα μάτια από το γέλιο. Είναι εξαιρετικά δημοφιλής στα social media ως μονολεκτική απάντηση σε αστείες αναρτήσεις ή ιστορίες. Δηλώνει μια έντονη συναισθηματική αντίδραση που ξεπερνά το απλό χαμόγελο και φτάνει στα όρια της υστερίας.
- Παράδειγμα
-
>Έκλαψα με την ατάκα που πέταξε ο παρουσιαστής, δεν το περίμενα καθόλου.
>Δείτε το story που ανέβασε ο Γιώργος, πραγματικά έκλαψα από τα γέλια.
>Έκλαψα με το edit που κάνατε στη φωτογραφία, μοιάζει όντως με τον Batman!
0
Σχόλια