Επιστροφή στη λίστα λέξεων

Ορισμός του «σκάλωσα»

Αριθμός προβολών 3
Προσθήκη λέξης Τυχαία λέξη
Περιγραφή

Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη στιγμή που κάποιος κολλάει πνευματικά ή μπερδεύεται έντονα με κάτι που είδε ή άκουσε. Συχνά υποδηλώνει μια κατάσταση προσωρινής αδυναμίας κατανόησης λόγω έκπληξης ή πολυπλοκότητας. Είναι εξαιρετικά διαδεδομένο στις νεανικές παρέες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όταν σχολιάζονται παράξενα βίντεο.

Παράδειγμα

>Σκάλωσα άσχημα με αυτό που είπε ο καθηγητής, δεν έβγαζε κανένα νόημα.

>Περίμενε λίγο, σκάλωσα με την εικόνα, είναι photoshop ή αληθινή;


0

Σχόλια

Κανείς δεν έχει προσθέσει ακόμα σχόλιο.

Παρόμοιες λέξεις

Ο ορισμός θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.

Το σχόλιο θα εξεταστεί το συντομότερο δυνατό.